Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ο ΒΟΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓ.ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓ.ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ( ΜΕΡΟΣ Β )

Αγιος Κυπριανος με Αγια Ιουστινη
ΒΟΙΟΣ ΑΓ.ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ - ΑΓ.ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ

Το μαρτύριο των αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης

Όταν κηρύχτηκε ο μεγάλος διωγμός των Χριστιανών από τον Διοκλητιανό, ειδωλολάτρες κατήγγειλαν τον Κυπριανό ότι με τα λόγια του μεταστρέφει όλους στη θρησκεία του Χριστού. Του είπαν και την ιστορία της Ιουστίνης. Τότε ο κόμης της ανατολής Ευτόλμιος διέταξε να τους συλλάβουν.

Οδηγήθηκαν λοιπόν και οι δύο μπροστά του στην Δαμασκό και με οργή ρώτησε τον Κυπριανό:

- Σύ είσαι ο διδάσκαλος των Χριστιανών, πού συνταράζεις αυτούς πού σέβονται τούς θεούς μας; Σύ είσαι πού αλλάζεις ο ίδιος απ’ τη μια γνώμη στην άλλη; Σύ δεν ήσουν πού είχες οδηγήσει πρώτα πολλούς στη λατρεία των θεών; Γιατί κατόπιν άλλαξες και προτίμησες να απατάς τούς ανθρώπους κηρύττοντάς τους τον σταυρωμένο Ιησού;

Ο Άγιος με πολλή ηρεμία του απάντησε:

- Εγώ, όπως είπες και σύ ο ίδιος, πιστεύοντας με θέρμη στους πολλούς θεούς και με ζήλο μελετώντας τα βιβλία της μαγείας δεν κατάφερα να κερδίσω καμιά ωφέλεια. Ενώ λοιπόν ξόδευα τον καιρό μου στους μάταιους εκείνους κόπους, με λυπήθηκε ο αληθινός Θεός και μου έστειλε την παρθένο αυτή σαν οδηγό στο δρόμο προς Αυτόν. Τί έπρεπε λοιπόν να κάνω; Πες μου σύ πού τώρα με δικάζεις: Να εξετάσω τί είναι αυτή η δύναμη του Χριστού, πού την τρέμουν οι δαίμονες, ή να συνεχίσω να ακολουθώ την προηγούμενη πίστη μου; Εγώ λοιπόν ζήτησα να μάθω, και τότε φώς γνώσεως έλαμψε στην καρδιά μου. Έμαθα ότι τα είδωλα είναι απάτη και ψευδός και ένας μόνον υπάρχει αληθινός Θεός, πού σώζει όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν.

Ο κόμης μόλις τάκουσε αυτά εξοργίστηκε και διέταξε να τον σηκώσουν ψηλά με σκοινιά και να τον γδέρνουν σιγά - σιγά. Για την Ιουστίνα διέταξε να την μαστιγώσουν στο πρόσωπο και στα μάτια.

Η Ιουστίνα καθώς την χτυπούσαν δόξαζε τον Θεό λέγοντας:

- Δόξα Σοι ο Θεός, πού με δέχτηκες την ανάξια και με αξίωσες να πάθω για το όνομά Σου.

Και ο Κυπριανός έλεγε στον κόμητα:

- Γιατί τόσο έχεις παραφρονήσει ώστε να γίνεις ανάξιος της βασιλείας των ουρανών, για την όποια εγώ, όπως βλέπεις, προτιμώ να πάθω οτιδήποτε; Δεν θα συνέλθεις; Δεν θα ανοίξεις τα μάτια σου; Δεν θα γνωρίσεις που είναι το αληθινό φώς, ώστε να βαδίσεις προς αυτό αφήνοντας το σκοτάδι;

Αλλά τα λόγια αυτά φούντωσαν το θυμό του κόμητος και λέγει στον Κυπριανό:

- Αν σου φαίνεται ότι γίνομαι αίτιος να κερδίσεις αθάνατη βασιλεία, τότε θα σου πολλαπλασιάσω την τιμωρία, και βέβαια θα μου οφειλής χάρη για την ευεργεσία πού σου κάνω.

Μετά από λίγες ημέρες δεύτερο βασανιστήριο περίμενε τους Αγίους. Ο κόμης έδωσε εντολή να βράζουν υλικά και να μπουν μέσα οι Άγιοι. Προχώρησε πρώτος ο Κυπριανός με θάρρος και τον ακολούθησε η Ιουστίνα. Την είδε όμως πού βάδιζε σιγά και κατάλαβε ότι είχε κάπως δειλιάσει βλέποντας τη φωτιά. Γι’ αυτό της υπενθύμισε τα παλιά της κατορθώματα, πού είχε κατατροπώσει τούς δαίμονες και αυτόν τον ίδιο τον έφερε στην αληθινή πίστη. Αφού έτσι της έδωσε θάρρος, κάνοντας και οι δύο το σημείο του Σταυρού πήδησαν στο πυρακτωμένο τηγάνι, όπου έβραζαν η πίσσα, το λίπος και το κερί.

Ώ θαύμα μέγα! Έκθαμβοι οι ειδωλολάτρες τούς είδαν να κάθονται εκεί χωρίς να πάθουν τίποτε. Τούς είδαν να δοξάζουν τον Θεό με χαρούμενα πρόσωπα σαν να βρίσκονταν σε δροσερό τόπο. Αλλά ο κόμης Ευτόλμιος, αντί να πιστέψει στη δύναμη του Χριστού, λυσσασμένος έλεγε ότι αυτά είναι μαγεία.

Τότε έδωσε διαταγή να σταλούν οι δύο Άγιοι στη Νικομήδεια. Έγραψε κι ένα γράμμα στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, όπου του εξηγούσε ότι ο Κυπριανός με την Ιουστίνα δεν δέχτηκαν ν’ αλλάξουν, παρ’ όλα τα βάσανα πού υπέστησαν, γι’ αυτό τούς στέλνει σ’ αυτόν να τούς δικάσει ο ίδιος και η να τούς κάνη να φύγουν από τη μισητή θρησκεία τους ή να τούς επιβάλει τις τιμωρίες πού ικανοποιούν τον Δία και τούς άλλους θεούς.

Όταν ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός διάβασε το γράμμα, με την πείρα πού είχε κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε ο ίδιος να πετύχει περισσότερα από τον Ευτόλμιο. Έκρινε λοιπόν να μη τούς βασανίσει κι αυτός, αλλά να θέση τέλος στην υπόθεση. Έγραψε την καταδικαστική απόφαση:

«Ο Κυπριανός και η Ιουστίνα, επειδή ασέβησαν προς τούς θεούς και δεν πείσθηκαν να αλλάξουν γνώμη ούτε με τιμωρίες, ούτε με υποσχέσεις αγαθών, να υπομείνουν τον διά ξίφους θάνατον».

Καθώς οι στρατιώτες τούς οδηγούσαν για τη θανατική εκτέλεση στον ποταμό Γάλλο, κοντά στη Νικομήδεια, τα πρόσωπά τους έλαμπαν χαρούμενα. Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί εκεί για να παρακολουθήσει τις τελευταίες στιγμές τού τόσο ονομαστού Κυπριανού και της Ιουστίνης.

Όταν έφθασαν στις όχθες του ποταμού Γάλλου, οι Άγιοι προσευχήθηκαν και ζήτησαν απ’ τον Θεό να δωρίσει ειρήνη στην καταδιωκόμενη Εκκλησία Του. Κατόπιν ο Κυπριανός, επειδή σκεφτόταν μήπως δειλιάσει η Ιουστίνα βλέποντάς τον να αποκεφαλίζεται, ζήτησε να θανατώσουν πρώτα εκείνη. Όταν η παρθένος δέχτηκε το στέφανο τού μαρτυρίου από το ξίφος ενός στρατιώτου, χαρούμενος ο Κυπριανός θανατώθηκε κι αυτός διά ξίφους. Οι ψυχές και των δύο πέταξαν στη μακαριότητα τού ουρανού, στο θρόνο τού «Αρνίου του εσφαγμένου», μαζί με τούς άλλους άγιους τού Θεού.

Κάποιος ξένος απ’ τη Ρώμη, πού βρισκόταν εκείνες τις μέρες στη Νικομήδεια, Θεόκτιστος ήταν τ’ όνομά του, βλέποντας την γαλήνια όψη του Κυπριανού την ώρα του 
μαρτυρίου είπε με θαυμασμό:

- Άδικα ο όσιος αυτός άνθρωπος παραδόθηκε σε άτιμο θάνατο.

Αλλά τα λόγια του άκουσε ο Φέλκιος, ο αρχηγός των στρατιωτών, και αμέσως τον κατεβάζει από το άλογό του και τον αποκεφαλίζει. Έτσι και νέος μάρτυρας προστέθηκε στους δύο και τούς συνόδεψε στον ουρανό.

Τα σώματα και των τριών έμειναν άταφα και τα φρουρούσαν στρατιώτες για να μη τα κλέψει κανείς, ώσπου να καταφαγωθούν από όρνια και σκυλιά. Όμως οι ναύτες του πλοίου που ταξίδευε ο Θεόκτιστος, θέλοντας να πάρουν το σώμα του, περίμεναν να βρουν ευκαιρία. Όταν λοιπόν κάποτε ο ύπνος νίκησε τούς φύλακες, κατάφεραν και πήραν τα σώματα των τριών μαρτύρων, τα έφεραν στο πλοίο και αναχώρησαν για τη Ρώμη.

Παρέδωσαν εκεί τα μαρτυρικά σώματα, σαν πολύτιμους θησαυρούς, σε μια ευγενή Ρωμαία χριστιανή, την ευσεβέστατη ματρώνα Ρουφίνα, απ’ τη γενιά του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Εκείνη με πολύ σεβασμό τα τοποθέτησε σε πολυτελή θήκη και έχτισε ναό προς τιμή τους μέσα στη Ρώμη, κοντά στην «Αγορά του Κλαυδίου», πού έγινε προσκύνημα των ευλαβών Χριστιανών.



Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ
Θείας πίστεως, τή φωταυγεία,
σκότος ἔλιπες, τῆς ἀσεβείας,
καί φωστήρ τῆς ἀληθείας γεγύνησαι,
ποιμαντικῶς γάρ φαιδρύνας τόν βίον σου,
Κυπριανέ τή ἀθλήσει δεδόξασαι.
Πάτερ Ὅσιε, τόν Κτίστην ἠμίν ἰλύωσαι,
ὁμού σύν Ἰουστίνη τή Θεοφρονι.

πηγη